Ο όρος 'participate in' παραπέμπει στον όρο 'participate'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'participate in' is cross-referenced with 'participate'. It is in one or more of the lines below.
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| participate⇒ vi | (do with others) | συμμετέχω ρ αμ |
| | | παίρνω μέρος περίφρ |
| | We have an exciting project coming up and we'd like the whole department to participate. |
| | Ετοιμάζουμε ένα συναρπαστικό πρότζεκτ και θα θέλαμε να συμμετάσχει όλο το τμήμα. |
| participate in [sth] vi + prep | (be part of) | συμμετέχω σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | | παίρνω μέρος σε κτ περίφρ |
| | We want the whole production department to participate in this project. |
| | Θέλουμε να συμμετάσχει όλο το τμήμα παραγωγής σε αυτό το πρότζεκτ. |